Μετάφραση του "testament" σε Ελληνικά

Οι διαθήκη, απόδειξη, μαρτυρία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "testament" σε Ελληνικά.

testament noun γραμματική

(law) A solemn, authentic instrument in writing, by which a person declares his or her will as to disposal of his or her inheritance (estate and effects) after his or her death, benefiting specified heir(s). [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαθήκη

    noun feminine

    The expression “old testament” is found at 2 Corinthians 3:14 in the King James Version.

    Η έκφραση “παλαιά διαθήκη” βρίσκεται στο εδάφιο 2 Κορινθίους 3:14 στο πρωτότυπο ελληνικό κείμενο.

  • απόδειξη

    noun feminine

    A sad testament to our inability to trust each other.

    Θλιβερή απόδειξη της αδυναμίας μας να εμπιστευτούμε ο ένας τον άλλο.

  • μαρτυρία

    noun feminine

    It's a testament to our spirit that hate took us by surprise.

    Θα είναι μια αψευδής μαρτυρία ότι το μίσος μας αιφνιδίασε.

  • τεκμήριο

    noun

    “Surely the most enduring testament to the sage from Capernaum is that he continues to hold hearts and minds in his gentle grasp.”

    «Ασφαλώς, το πιο διαχρονικό τεκμήριο υπέρ του σοφού από την Καπερναούμ είναι το ότι εξακολουθεί να κερδίζει καρδιές και διάνοιες με την καλοσύνη του».

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " testament " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Testament noun

either of the two main parts of the Christian Bible

+ Προσθήκη

"Testament" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Testament στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "testament"

Φράσεις παρόμοιες με "testament" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "testament" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη