Μετάφραση του "testify" σε Ελληνικά

Οι καταθέτω, μαρτυρώ, βεβαιώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "testify" σε Ελληνικά.

testify verb γραμματική

To make a declaration, or give evidence, under oath. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • καταθέτω

    verb

    για νομική ή διοικητική πράξη

    Her husband testified that he told her that day of your dreams about killing her.

    O σύζυγός της κατέθεσε ότι εκείνη τη μέρα τής είπε για τα όνειρά σου.

  • μαρτυρώ

    verb

    We need you to testify that you did remove the face tattoo.

    Πρέπει να μαρτυρούν ότι κάνατε αφαιρέσετε το τατουάζ προσώπου.

  • βεβαιώνω

    verb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αποκαλύπτω
    • αποτελώ απόδειξη
    • βεβαιώνω ενόρκως
    • χρησιμεύω σαν απόδειξη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " testify " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "testify" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αποδεικνύω ότι · μαρτυρώ (κτ) · μαρτυρώ ότι · φανερώνω
  • καταθέτω
  • μάρτυρας
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "testify" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη