Μετάφραση του "theism" σε Ελληνικά

Το θεϊσμός είναι η μετάφραση του "theism" σε Ελληνικά.

theism noun γραμματική

(religion) Belief in the existence of at least one deity. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • θεϊσμός

    noun masculine

    belief in the existence of a personal, present and active creator God [..]

    Both involve faith—atheism in purposeless blind chance; theism in an intelligent First Cause.

    Αμφότερα προϋποθέτουν κάποιου είδους πίστη—ο αθεϊσμός στην άβουλη, τυφλή τύχη, ενώ ο θεϊσμός σε μια νοήμονα Πρώτη Αιτία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " theism " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "theism" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη