Μετάφραση του "thermistor" σε Ελληνικά
Το θερμίστορ είναι η μετάφραση του "thermistor" σε Ελληνικά.
thermistor
noun
γραμματική
a resistor whose resistance varies rapidly and predictably with temperature and as a result can be used to measure temperature. [..]
-
θερμίστορ
nounDepending on the temperature, the thermistor changes its resistance.
Η αντίσταση του θερμίστορ μεταβάλλεται ανάλογα με τη θερμοκρασία.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " thermistor " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "thermistor"
Φράσεις παρόμοιες με "thermistor" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Θερμίστορ, θερμο αντιστάτης
-
σταθερά χρόνου θερμίστορ
-
βολόμετρο με θερμίστορ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη