Μετάφραση του "thick" σε Ελληνικά

Οι χοντρός, πυκνός, παχής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "thick" σε Ελληνικά.

thick adjective verb noun adverb γραμματική

Relatively great in extent from one surface to the opposite in its smallest solid dimension. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • χοντρός

    adjective masculine

    μεγάλης διαμέτρου

    I don't remember the Hazzard phone book being that thick.

    Δε θυμάμαι να ήταν τόσο χοντρός ο κατάλογος του Χάζαρντ.

  • πυκνός

    adjective masculine

    More like glimpsing a bird sapling through a thick fog.

    Σαν να βλέπεις ένα πουλί σ'ένα δέντρο μέσα σε πυκνή ομίχλη.

  • παχής

    adjective masculine

    relatively great in extent from one surface to another

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • παχύς
    • σφιχτός
    • ηλίθιος
    • αποπνικτικός
    • πηχτός
    • χονδρός
    • βαρύς
    • κουτός
    • θολός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " thick " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Thick
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Παχύς

    Thick foam floats on the surface of the river.

    Παχύς αφρός επιπλέει στην επιφάνεια του ποταμού.

Εικόνες με "thick"

Φράσεις παρόμοιες με "thick" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "thick" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη