Μετάφραση του "thinker" σε Ελληνικά

Οι στοχαστής, φιλόσοφος, σκεπτόμενος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "thinker" σε Ελληνικά.

thinker noun γραμματική

One who spends time thinking, contemplating or meditating [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • στοχαστής

    noun - στοχάστρια

    The trouble is, I'm not much of a thinker.

    Το πρόβλημα είναι, δεν είμαι και μεγάλος στοχαστής.

  • φιλόσοφος

    noun masculine

    We are a peaceful race, a race of thinkers.

    Είμαστε μια ειρηνική φυλή, μια φυλή φιλοσόφων.

  • σκεπτόμενος

    particle

    Yeah, but the thinkers make what I do possible.

    Ναι. Αλλά οι σκεπτόμενοι κάνουν αυτό που κάνω εφικτό.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μυαλό
    • διανοούμενος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " thinker " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "thinker" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "thinker" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη