Μετάφραση του "thiol" σε Ελληνικά
Το Θειόλες είναι η μετάφραση του "thiol" σε Ελληνικά.
thiol
noun
γραμματική
(organic chemistry) a univalent organic radical (-SH) containing a sulphur and a hydrogen atom; a compound containing such a radical [..]
-
Θειόλες
Medicinal products added to the insulin solution may cause degradation of the insulin, e. g. if the medicinal products contain thiols or sulphites
Φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία προστίθενται σε διάλυμα ινσουλίνης ενδέχεται να προκαλέσουν αποδόμηση της ινσουλίνης, π. χ. εάν τα φαρμακευτικά προϊόντα περιέχουν θειόλες ή θειώδη
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " thiol " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη