Μετάφραση του "thousandth" σε Ελληνικά
Οι χιλιοστός, χιλιοστό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "thousandth" σε Ελληνικά.
thousandth
adjective
noun
γραμματική
(plural thousandth ones) The person or thing in the thousandth position. [..]
-
χιλιοστός
noun adjectiveordinal form of 1000 [..]
For the thousandth time, the answer is no, mark.
Για χιλιοστή φορά, η απάντηση είναι όχι, Μαρκ.
-
χιλιοστό
noun neuterone of a thousand equal parts of a whole [..]
The whole event is over in a thousandth of a second.
Ολόκληρο το γεγονός διαρκεί ένα χιλιοστό του δευτερολέπτου.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " thousandth " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "thousandth" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
οκτακισχιλιοστός
-
χιλιετηρίδα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη