Μετάφραση του "threatening" σε Ελληνικά
Οι απειλητικός, απειλούμενος, εκφοβιστικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "threatening" σε Ελληνικά.
threatening
adjective
noun
verb
γραμματική
Present participle of threaten. [..]
-
απειλητικός
adjective masculinepresenting a threat [..]
I would say that's more of a threatening look, actually.
Θα έλεγα μάλιστα πως δείχνεις πιο απειλητικός έτσι.
-
απειλούμενος
particleαπειλητικός
When the threatened man is a rich establishment lawyer with juice.
Όταν ο απειλούμενος είναι ένας πλούσιος και καθιερωμένος δικηγόρος με βύσμα.
-
εκφοβιστικός
adjective
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- απειλή
- φοβέρισμα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " threatening " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "threatening" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Απειλούμενα είδη · ευάλωτο είδος
-
απειλούμαι από
-
απειλώ · απειλώ με · διακινδυνεύω · επισείω · προμηνύω · φοβερίζω
-
απειλητικός για τη ζωή · θανάσιμος
-
απειλούμενος · επαπειλούμενος
-
απειλούμαι με
-
σχεδόν απειλούμενο
-
απειλώ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη