Μετάφραση του "thrust" σε Ελληνικά

Οι ώθηση, σπρώχνω, σπρώξιμο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "thrust" σε Ελληνικά.

thrust verb noun γραμματική

(fencing) An attack made by moving the sword parallel to its length and landing with the point. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ώθηση

    noun

    Makes it a challenge to manufacture sufficient vertical thrust while keeping it compact.

    Αποτελεί πρόκληση να κατασκευάσει κανείς επαρκή κάθετη ώθηση ενώ το διατηρεί συμπαγές.

  • σπρώχνω

    verb

    And what I can do is thrust this way, and you can struggle.

    Μετά εγώ θα σπρώχνω έτσι και εσύ θα προσπαθείς να αντισταθείς.

  • σπρώξιμο

    noun

    He came in on the hip thrust during the chorus.

    Έμπαινε στο σπρώξιμο του γοφού, στο ρεφρέν.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ώση
    • χτύπημα
    • ωθώ
    • τρυπώ
    • επίθεση
    • προωθώ
    • κτύπημα
    • γρονθοκόπημα
    • απωθώ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " thrust " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "thrust"

Φράσεις παρόμοιες με "thrust" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "thrust" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη