Μετάφραση του "tight" σε Ελληνικά

Οι σφιχτός, στενός, αυστηρός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tight" σε Ελληνικά.

tight adjective verb adverb γραμματική

Pushed or pulled together. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σφιχτός

    adjective Επίθετο masculine Αρσενικό

    που έχει σφιχτεί πολύ [..]

    Uh, my hamstring's a little tight, so you're gonna have to start on top.

    Ο τένοντάς μου είναι κάπως σφιχτός, γι'αυτό πρέπει να είσαι εσύ από πάνω.

  • στενός

    adjective masculine

    Additionally, there are tight time constraints on organ viability.

    Επιπλέον, υπάρχουν στενά χρονικά περιθώρια για τη βιωσιμότητα των οργάνων.

  • αυστηρός

    adjective

    Hence, in the single market it is more important than ever to maintain tight control of State aid.

    Για το λόγο αυτό, στην εσωτερική αγορά είναι σημαντικότερο παρά ποτέ να υπάρχει αυστηρός έλεγχος των κρατικών ενισχύσεων.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μεθυσμένος
    • εφαρμοστός
    • κολλητός
    • τσίτα
    • σφιχτοχέρης
    • τέζα
    • αμφίρροπος
    • τεντωμένος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tight " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Tight
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Σφιχτός, στεγανός

Φράσεις παρόμοιες με "tight" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • δένω · καυλώνω · τεντώνω
  • καλσόν · καλτσόν · μαγιό · φόρμα
  • καληνύχτα · καλόν ύπνο · όνειρα γλυκά
  • αδιάσειστος · αεροστεγής · ερμητικός
  • με στενεύει · μου έρχεται στενό
  • εφαρμοστός · κολλητός
  • έλλειψη · ανεπάρκεια · στενότητα
  • στενή κούρσα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tight" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη