Μετάφραση του "time limit" σε Ελληνικά
Οι προθεσμία, χρονικό όριο, όριο χρόνου είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "time limit" σε Ελληνικά.
time limit
noun
γραμματική
a duration beyond which something may not exceed [..]
-
προθεσμία
noun -
χρονικό όριο
nounTo this time limit, the time limit for receipt of tenders must be added.
Σε αυτό το χρονικό περιθώριο πρέπει να προστίθεται το χρονικό όριο για την παραλαβή των προσφορών.
-
όριο χρόνου
narrow field of time by which an objective or task must be accomplished
Year after year, making love to the same woman in the same position with the same time limit.
Κάθε χρόνο έκανα έρωτα με την ίδια γυναίκα, στην ίδια στάση, με το ίδιο όριο χρόνου.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " time limit " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "time limit" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
βάζω χρονικό όριο, περιορισμό · ορίζω προθεσμία
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη