Μετάφραση του "time off" σε Ελληνικά

Οι ελεύθερος χρόνος, χρόνος, Άδεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "time off" σε Ελληνικά.

time off noun γραμματική

(idiomatic) A period of time where one is not required to work. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ελεύθερος χρόνος

    noun

    The time off must total at least 24 hours per week.

    Ο συνολικός ελεύθερος χρόνος πρέπει να είναι τουλάχιστον 24 ώρες την εβδομάδα.

  • χρόνος

    noun masculine

    Complete the mission, you get time off your prison sentence.

    Αν ολοκληρώσετε την αποστολή σας, θα μειωθεί χρόνος από την ποινή σας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " time off " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Time Off

A menu item on the Set Up menu that opens the Time Off dialog, which defines how much of the user's schedule is affected by a schedule change.

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Άδεια

    A menu item on the Set Up menu that opens the Time Off dialog, which defines how much of the user's schedule is affected by a schedule change.

    Time off in lieu of unpaid work periods and travel time are not regarded as overtime.

    Η (αντισταθμιστική) άδεια που χορηγείται ως αντιστάθμιση για περιόδους εργασίας για τις οποίες δεν καταβλήθηκε αμοιβή και ο χρόνος ταξιδίων δεν θεωρούνται ως υπερωρίες.

Φράσεις παρόμοιες με "time off" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "time off" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη