Μετάφραση του "tired" σε Ελληνικά

Οι κουρασμένος, εξαντλημένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tired" σε Ελληνικά.

tired adjective verb γραμματική

Simple past tense and past participle of tire. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κουρασμένος

    adjective masculine

    in need of rest or sleep [..]

    I'm really tired, so I'm going to go to bed early tonight.

    Είμαι πολύ κουρασμένος, γι'αυτό θα πάω για ύπνο νωρίς σήμερα.

  • εξαντλημένος

    adjective

    Remember, Dean, when you were little I would come back from a hunt beat and tired?

    Θυμάσαι όταν ήσουν μικρός εκείνες τις μέρες που επέστρεφα από το κυνήγι και ήμουν εξαντλημένος;

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tired " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "tired" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tired" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη