Μετάφραση του "tithe" σε Ελληνικά

Οι δέκατο, δεκατίζω, Δεκατη ... a tenth part of someone's produce or income that they give, or pay as a tax to the Church είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tithe" σε Ελληνικά.

tithe adjective verb noun γραμματική

(archaic) A tenth. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δέκατο

    noun neuter

    After losing his job, Genival kept up his tithing.

    Όταν έχασε την εργασία του, ο Ζενιβά συνέχισε να πληρώνει το δέκατο.

  • δεκατίζω

    v.
  • Δεκατη ... a tenth part of someone's produce or income that they give, or pay as a tax to the Church

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Φόρος της δεκάτης
    • δεκάτη, φόρος της εκκλησιαστικής δεκάτης
    • επιβάλλω φορολογία
    • θεία δεκάτη (σκωπτικό)
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tithe " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tithe" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη