Μετάφραση του "titled" σε Ελληνικά
Οι αριστοκράτης, ευγενής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "titled" σε Ελληνικά.
titled
adjective
verb
γραμματική
a person who has a title [..]
-
αριστοκράτης
noun -
ευγενής
adjective nounA titled Catholic lady says she may get me one, as an act of charity.
Μια ευγενής καθολική κυρία είπε ότι ίσως μου πάρει ένα, ως μια πράξη ελεημοσύνης.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " titled " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "titled" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Βασικός τίτλος
-
ομώνυμος ρόλος · πρωταγωνιστής
-
Ενδείκτης καθολικού τίτλου
-
τίτλος βιβλίου · ψευδότιλος
-
η επικεφαλίδα · ιδιοκτησία · κυριότητα · ο τίτλος · προσωνυμία · τίτλος · τίτλος κυριότητας · τιτλοφορώ
-
πλήρης κυριότητα
-
τίτλος τιμής
-
ψιλός κύριος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη