Μετάφραση του "to assert" σε Ελληνικά
Το επιβεβαιώνω είναι η μετάφραση του "to assert" σε Ελληνικά.
to assert
-
επιβεβαιώνω
verb– the parent company’s failure to assert or give an indication of its subsidiary’s independence;
– το γεγονός ότι η μητρική εταιρεία δεν επιβεβαίωσε ούτε ανέφερε την αυτονομία της θυγατρικής της·
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " to assert " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη