Μετάφραση του "to commit" σε Ελληνικά

Οι δεσμεύομαι, διαπράττω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "to commit" σε Ελληνικά.

to commit
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δεσμεύομαι

    verb

    Secondly, I would like to stress the importance of persuading Russia to commit to international rules.

    Δεύτερον, θα ήθελα να τονίσω ότι είναι σημαντικό να πειστεί η Ρωσία να αναλάβει δεσμεύσεις βάσει διεθνών κανόνων.

  • διαπράττω

    verb

    The defendant must not commit or attempted to commit any further crime.

    Ο κατηγορούμενος δε θα διαπράξει ή θα προσπαθήσει να διαπράξει κανένα άλλο έγκλημα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " to commit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "to commit" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "to commit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη