Μετάφραση του "to crawl" σε Ελληνικά
Οι έρπω, μπουσουλάω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "to crawl" σε Ελληνικά.
to crawl
-
έρπω
verbit's when to walk and when to crawl.
είναι το πότε θα περπατώ και πότε θα έρπω.
-
μπουσουλάω
verb“First, I learned to crawl on the floor like a baby.
»Πρώτα, έμαθα να μπουσουλάω στο πάτωμα σαν μωρό.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " to crawl " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη