Μετάφραση του "to decrease" σε Ελληνικά
Οι ελαττώνω, λιγοστεύω, μειώνομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "to decrease" σε Ελληνικά.
to decrease
-
ελαττώνω
verb -
λιγοστεύω
verb -
μειώνομαι
verb -
μειώνω
verbLantharenol has shown to decrease the phosphorus excretion via urine.
Το παρασκεύασμα Lantharenol έχει διαπιστωθεί ότι μειώνει την απέκκριση φωσφόρου μέσω των ούρων.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " to decrease " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη