Μετάφραση του "toleration" σε Ελληνικά
Οι ανεκτικότητα, ανοχή, Ανεκτικότητα - Ανοχή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "toleration" σε Ελληνικά.
toleration
noun
γραμματική
the tolerance of the beliefs or the culture of others [..]
-
ανεκτικότητα
nounSo you'll excuse me if I have low tolerance for your histrionics.
Οπότε, να με συγχωρέσεις αν δείχνω μικρή ανεκτικότητα για τους θεατρινισμούς σου.
-
ανοχή
noun feminineIn Europe, we are traditionally less tolerant of the possibility of business failure.
Στην Ευρώπη, έχουμε παραδοσιακά μικρότερη ανοχή στην επιχειρηματική αποτυχία.
-
Ανεκτικότητα - Ανοχή
practice of deliberately allowing or permitting a thing of which one disapproves
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " toleration " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "toleration" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
όρια ανοχής
-
ανεχόμενος
-
Ανοχή συστήματος σε βλάβες
-
Δίκτυο ανεκτικό σε διακοπές
-
Ανοχή σε σφάλματα μπιτ
-
ανοχή σε βλάβες, ανοχή σφαλμάτων · ανοχή σφαλμάτων
-
Μέγιστο ανεκτό τρεμόπαιγμα
-
ανοχή στη δυσφορία
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη