Μετάφραση του "tome" σε Ελληνικά
Το τόμος είναι η μετάφραση του "tome" σε Ελληνικά.
tome
noun
γραμματική
One in a series of volumes. [..]
-
τόμος
noun masculinelarge or scholarly book [..]
This odoripherous tome you're so attached to doesn't have a prologue.
Αυτός ο εύοσμος τόμος με τον οποίο έχεις κολλήσει δεν έχει καν πρόλογο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " tome " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη