Μετάφραση του "tool" σε Ελληνικά

Οι εργαλείο, όργανο, υποχείριο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tool" σε Ελληνικά.

tool verb noun γραμματική

A mechanical device intended to make a task easier [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εργαλείο

    noun neuter

    penis [..]

    I need my tools to fix it.

    Χρειάζομαι τα εργαλεία μου, για να το φτιάξω.

  • όργανο

    noun neuter

    mechanical device intended to make a task easier

    The regulation intrinsically provides a useful tool for achieving these objectives and monitoring developments.

    Ο Κανονισμός αποτελεί χρήσιμο όργανο για την επίτευξη των στόχων και την παρακολούθηση των διαδικασιών που εφαρμόζονται.

  • υποχείριο

    noun neuter

    person or group used or controlled by another

    You always made me feel like such a tool for saying it.

    Με έκανες να νιώθω υποχείριο που το είπα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ενεργούμενο
    • σύνεργο
    • ψωλή
    • εργαλειομηχανή
    • πέος
    • μέσο
    • πρόγραμμα
    • κατεργάζομαι
    • διαμορφώνω
    • πούτσος
    • καυλί
    • τσουτσούνι
    • πουλί
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tool " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Tool
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Εργαλείο

    I need my tools to fix it.

    Χρειάζομαι τα εργαλεία μου, για να το φτιάξω.

Εικόνες με "tool"

Φράσεις παρόμοιες με "tool" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tool" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη