Μετάφραση του "tooth" σε Ελληνικά

Οι δόντι, οδούς, δοντια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tooth" σε Ελληνικά.

tooth verb noun γραμματική

A sharp projection on the blade of a saw or similar implement. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δόντι

    noun neuter

    biological tooth [..]

    You got to do some provoking to lose a tooth.

    Κάπως πρέπει να τους προκάλεσες για να χάσεις δόντι.

  • οδούς

    noun masculine

    Eye for eye, tooth for tooth, hand for hand, foot for foot.

    Οφθαλμός αντί οφθαλμού, οδούς αντί οδόντος, χειρ αντί χειρός, πους αντί ποδός.

  • δοντια

    Schrader, you were afraid when your tooth fell out because you were terrified of the tooth fairy.

    Schrader, φοβοσουν και οταν τα δοντια σου βγαινανε επειδη νομιζες οτι η νεραιδα εδειχνε τρομακτικη.

  • δόντια

    noun

    You broke my tooth, but if you love me, it doesn't matter.

    Μου έσπασες τα δόντια, αλλά αν με αγαπάς, δεν πειράζει.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tooth " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "tooth"

Φράσεις παρόμοιες με "tooth" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tooth" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη