Μετάφραση του "touch" σε Ελληνικά

Οι αγγίζω, αφή, επαφή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "touch" σε Ελληνικά.

touch verb noun γραμματική

Primarily physical senses. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγγίζω

    verb

    make physical contact with

    No, it would be like touching a leper.

    Όχι, θα ήταν σαν να αγγίζω ένα λεπρό.

  • αφή

    noun feminine

    sense of perception by physical contact

    It's gonna need a certain Doctor's, mmm, touch.

    Είναι gonna χρειάζεται μια ορισμένη γιατρού, μμμ, αφή.

  • επαφή

    noun feminine

    act of touching

    Try to keep in touch as often as you can.

    Προσπάθησε να έχεις επαφή όσο πιο συχνά μπορείς.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αισθάνομαι
    • άγγιγμα
    • συγκινώ
    • ακουμπώ
    • πιάνω
    • άπτομαι
    • πινελιά
    • επηρεάζω
    • θίγω
    • εγγίζω
    • αφορώ
    • μυρίζω
    • συνεύρεση
    • γειτονεύω
    • εκτείνομαι
    • παραβγαίνω
    • πασπατεύω
    • ψαύω
    • υπαινίσσομαι
    • άπτομαι του
    • αίσθηση αφής
    • αφορώ σε
    • μυρίζομαι
    • σχετίζομαι με
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " touch " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Touch

Touch (manga)

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αγγίζω

    Touching you is like burning all the words.

    Όταν σε αγγίζω είναι σαν να καίγονται όλες οι λέξεις.

Εικόνες με "touch"

Φράσεις παρόμοιες με "touch" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "touch" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη