Μετάφραση του "touching" σε Ελληνικά

Οι συγκινητικός, ακουμπώντας, συνεύρεση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "touching" σε Ελληνικά.

touching adjective noun verb γραμματική

Present participle of touch. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συγκινητικός

    adjective

    Look, this is all very touching, but we have to get this show on the road.

    Κοίτα, όλα είναι πολύ συγκινητικά, αλλά πρέπει να προχωρήσουμε.

  • ακουμπώντας

    You can't feel a person's headache by touching his head.

    Δεν μπορείς να νιώσεις τον πονοκέφαλο κάποιου, ακουμπώντας το κεφάλι του.

  • συνεύρεση

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " touching " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "touching" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "touching" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη