Μετάφραση του "toy" σε Ελληνικά

Οι παιχνίδι, παιχνιδάκι, παιχνίδακι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "toy" σε Ελληνικά.

toy verb noun γραμματική

Something to play with, especially as intended for use by a child. [from 16th c.] [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • παιχνίδι

    noun neuter

    something to play with [..]

    She bought a toy for her child.

    Αγόρασε ένα παιχνίδι για το παιδί της.

  • παιχνιδάκι

    noun neuter

    Just because he's your favorite toy, shouldn't be allowed to interfere with the larger issues here.

    Είναι το παιχνιδάκι σου, αλλά να μην είναι εμπόδιο στα σοβαρά θέματα που έχουμε.

  • παιχνίδακι

    noun neuter

    something to play with

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • παίζω
    • παίγνιο
    • παιγνίδι
    • παιγνιδάκι
    • άθυρμα
    • μικρό σκυλάκι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " toy " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "toy" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "toy" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη