Μετάφραση του "toying" σε Ελληνικά

Οι ακκισμός, ερωτικός χαριεντισμός, ερωτοτροπία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "toying" σε Ελληνικά.

toying noun verb γραμματική

Present participle of toy. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ακκισμός

    noun
  • ερωτικός χαριεντισμός

    noun
  • ερωτοτροπία

    noun
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κόρτε
    • φλερτ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " toying " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "toying" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "toying" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη