Μετάφραση του "tracking" σε Ελληνικά

Οι ιχνηλασία, ιχνηλάτηση, παρακολούθηση, παρακολούθηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tracking" σε Ελληνικά.

tracking noun verb γραμματική

Present participle of track. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ιχνηλασία

    noun

    According to her, it was your tracking skills that found me in the end.

    Σύμφωνα με αυτήν, ήταν οι ικανότητες σου στην ιχνηλασία που με βρήκαν στο τέλος.

  • ιχνηλάτηση, παρακολούθηση

  • παρακολούθηση

    noun

    The process of viewing and updating the actual progress of tasks so that you can see progress across time, evaluate slippage of tasks, compare scheduled or baseline data to actual data, and check the completion percentage of tasks and your project.

    We are tracking a suspect who's involved in a shooting on the West side.

    Είμαστε η παρακολούθηση ενός υπόπτου που είναι invoIved σε γυρίσματα στη δυτική πλευρά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tracking " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "tracking" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tracking" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη