Μετάφραση του "trade" σε Ελληνικά

Οι εμπόριο, ανταλλάσσω, εμπορικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "trade" σε Ελληνικά.

trade verb noun γραμματική

relating to or used in or intended for trade or commerce; [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εμπόριο

    noun neuter

    The act or the business of buying and selling for money. Mercantile or commercial business in general or the buying and selling, or exchanging, of commodities, either by wholesale or retail within a country or between countries.(Source: WESTS) [..]

    We need to expose those countries that aid and bail out this corrupt regime with trade.

    Πρέπει να αποκαλύψουμε τις χώρες εκείνες που βοηθούν και συντηρούν το διεφθαρμένο αυτό καθεστώς μέσω του εμπορίου.

  • ανταλλάσσω

    verb

    See this woman' s life who I trade!

    Δες τη ζωή αυτής της γυναίκας την οποία ανταλλάσσω!

  • εμπορικός

    adjective

    The need for harmonisation in the field of azodyes is also generally accepted by industry and trade.

    Ο βιομηχανικός και εμπορικός κόσμος επίσης συμφωνεί γενικά στην ανάγκη εναρμόνισης στον τομέα των αζωχρωμάτων.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • τέχνη
    • επάγγελμα
    • εμπορεύομαι
    • συναλλαγή
    • αγοραπωλησία
    • αλλάζω
    • κυκλοφορία
    • επιτήδευμα
    • κίνηση
    • εμπορικές συναλλαγές
    • εμπορική δραστηριότητα
    • Εμπόριο
    • συναλλάσσω
    • απασχόληση
    • αντιπραγματισμός
    • πατρονάρισμα
    • συναλλάσσομαι
    • μαστοριά
    • εργάτες
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " trade " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "trade"

Φράσεις παρόμοιες με "trade" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "trade" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη