Μετάφραση του "trait" σε Ελληνικά

Οι χαρακτηριστικό, γνώρισμα, διακριτικό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "trait" σε Ελληνικά.

trait noun γραμματική

(computing, programming) In object-oriented programming, an uninstantiable collection of methods that provides functionality to a class by using the class’s own interface. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • χαρακτηριστικό

    noun neuter

    Children need loving discipline to eliminate undesirable traits.

    Τα παιδιά χρειάζονται στοργική διαπαιδαγώγηση για να εξαλειφθούν τα ανεπιθύμητα χαρακτηριστικά.

  • γνώρισμα

    noun

    Never fails to become a lover's least attractive trait.

    Πάντα αυτό το γνώρισμα σ'έναν εραστή έχει άσχημη κατάληξη.

  • διακριτικό

    adjective
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ιδίωμα
    • χαρακτηριστικό γνώρισμα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " trait " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "trait" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη