Μετάφραση του "trammel" σε Ελληνικά

Οι δίκτυο, εμποδίζω, παρεμποδίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "trammel" σε Ελληνικά.

trammel verb noun γραμματική

Something that impedes activity, freedom, or progress. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δίκτυο

    noun
  • εμποδίζω

    verb
  • παρεμποδίζω

    verb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εμπόδιο
    • οριοθετώ
    • Confine, enmesh ... restraint(s)
    • άγκιστρο
    • δεσμεύω
    • δεσμά
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " trammel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "trammel"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "trammel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη