Μετάφραση του "transference" σε Ελληνικά
Οι μεταβίβαση, μεταφορά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "transference" σε Ελληνικά.
transference
noun
γραμματική
The act of conveying from one place to another; the act of transferring or the fact of being transferred. [..]
-
μεταβίβαση
noun feminineterm used in psychology [..]
The subsequent transfer of these reserves did not change their nature.
Η μεταγενέστερη μεταβίβαση των αποθεματικών αυτών δεν μετέβαλε τη φύση τους.
-
μεταφορά
noun femininethe act of conveying or transfering
When identical sums are transferred, they should in principle receive identical treatment.
Η μεταφορά ομοίων ποσών συνεπάγεται την καταρχήν αντιμετώπισή τους με όμοιο τρόπο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " transference " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "transference" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μεταφορά τεχνολογίας
-
έμβασμα · αλλαγή · ανταπόκριση · εκχωρώ · μεταβίβαση · μεταβιβάζομαι · μεταβιβάζω · μεταθέτω · μετακινούμαι · μετακινώ · μεταποτύπωση · μετατίθομαι · μεταφέρομαι · μεταφέρω · μεταφορά · μεταφορά f · χαλκομανία
-
Διαδικτυακή μεταφορά αρχείου
-
μεταφορά κλήσης
-
Ασύρματη μεταφορά ισχύος
-
Διαδικτυακή μεταφορά αρχείου
-
παίρνω μετάθεση
-
Πρωτόκολλο μεταφοράς απλού ταχυδρομείου
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη