Μετάφραση του "transfix" σε Ελληνικά

Οι διατρυπώ, ανασκολοπίζω, καθηλώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "transfix" σε Ελληνικά.

transfix verb noun γραμματική

(linguistics) A discontinuous affix, which occurs at more than one position in a word, typical of Semitic languages. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διατρυπώ

    verb

    to pierce with a sharp pointed weapon

  • ανασκολοπίζω

    to fix or impale

  • καθηλώνω

    verb

    to render motionless, by arousing terror, amazement or awe

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • καρφώνω
    • ακινητοποιώ
    • μαγεύω
    • γοητεύω
    • καταπλήσσω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " transfix " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "transfix" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη