Μετάφραση του "transition" σε Ελληνικά

Οι μετάβαση, αλλαγή, πέρασμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "transition" σε Ελληνικά.

transition verb noun γραμματική

the process of change from one form, state, style or place to another [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μετάβαση

    noun feminine

    An animation effect that specifies how the display changes as a user moves from one item (such as a slide or Web page) to another.

    The food business operators have made the transition to the requirements of the hygiene package Regulations.

    Οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων τροφίμων έχουν πραγματοποιήσει τη μετάβαση προς τις απαιτήσεις της δέσμης κανονισμών υγιεινής.

  • αλλαγή

    noun feminine

    All this transition is a bit much for Charmaine.

    Αυτή η αλλαγή πέφτει λίγο βαριά για την Σερμέιν.

  • πέρασμα

    noun neuter

    Choice of key period for transition to euro.

    Επιλογή της αποφασιστικής περιόδου για το πέρασμα στο ευρώ.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μετάπτωση
    • μεταπήδηση
    • μετατροπή
    • μεταβολή
    • εναλλαγή
    • μεταβατική περίοδος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " transition " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Transition
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Μετάβαση, μετάπτωση

Φράσεις παρόμοιες με "transition" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "transition" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη