Μετάφραση του "transsexual" σε Ελληνικά
Οι διαφυλικός, τρανσέξουαλ, διεμφυλικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "transsexual" σε Ελληνικά.
transsexual
adjective
noun
γραμματική
(of a person) Being a transsexual. [..]
-
διαφυλικός
adjective noun masculineperson whose gender identity did not match his/her birth sex, and who therefore is changing or has changed sex [..]
-
τρανσέξουαλ
adjectiveperson whose gender identity did not match his/her birth sex, and who therefore is changing or has changed sex [..]
At least he's not dating Nazis or transsexuals anymore.
Τουλάχιστον δεν σχετίζεται με ναζί ή τρανσέξουαλ άλλο πια.
-
διεμφυλικός
adjective masculine -
τρανσεξουαλικό άτομο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " transsexual " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "transsexual" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Τρανσέξουαλ · τρανσέξουαλ
-
τρανσέξουαλ · τρανσεξουαλικότητα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη