Μετάφραση του "traumatic" σε Ελληνικά
Το τραυματικός είναι η μετάφραση του "traumatic" σε Ελληνικά.
traumatic
adjective
noun
γραμματική
of, caused by, or causing trauma [..]
-
τραυματικός
That was probably the most traumatic moment in my entire life.
Αυτή ήταν πιθανώς η πιο τραυματική στιγμή σε ολόκληρη τη ζωή μου.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " traumatic " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "traumatic" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διαταραχή τού μετατραυματικού άγχους
-
Διαταραχή Μετατραυματικού Στρες
-
δευτερογενές τραυματικό στρες
-
μετατραυματικό στρες
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη