Μετάφραση του "treat" σε Ελληνικά

Οι δώρο, μεταχειρίζομαι, κέρασμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "treat" σε Ελληνικά.

treat verb noun γραμματική

(intransitive) To negotiate, discuss terms, bargain ( for or with ). [from 13th c.] [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δώρο

    noun neuter

    An unexpected gift, event etc., which provides great pleasure [..]

    Uh, I have a real treat for fans of the show.

    Έχω ένα δώρο για τους φαν της σειράς.

  • μεταχειρίζομαι

    verb

    to handle, deal with or behave towards in a specific way

    I don't like the way they treat people.

    Δεν μου αρέσει ο τρόπος που μεταχειρίζονται τους ανθρώπους.

  • κέρασμα

    noun neuter

    An entertainment, outing, or other indulgence provided by someone for the enjoyment of others

    I missed Halloween, didn't get to take my kids trick-or-treating.

    Έχασα το Χάλοουιν, δεν έβγαλα τα παιδιά για ζαβολιά ή κέρασμα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • διαπραγματεύομαι
    • αντιμετωπίζω
    • κατεργάζομαι
    • κερνάω
    • επεξεργάζομαι
    • συμπεριφέρομαι
    • φέρομαι
    • θεραπεύω
    • χειρίζομαι
    • χαρά
    • πραγματεύομαι
    • φιλεύω
    • χαρίζω
    • εκλιπαρώ
    • ικετεύω
    • μιλώ
    • θεράπων ιατρός
    • κάνω δώρο
    • υποβάλλω σε αγωγή
    • υποβάλλω σε θεραπεία
    • απόλαυση
    • λιχουδιά
    • θεραπεία
    • κουράρω
    • περιποιούμαι
    • γιατρεύω
    • παίρνω
    • ασχολούμαι
    • νοσηλεύω
    • προσφέρω
    • περιθάλπω
    • κερνώ
    • εκλαμβάνω
    • τρώω καλά
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " treat " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "treat"

Φράσεις παρόμοιες με "treat" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "treat" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη