Μετάφραση του "tree farming" σε Ελληνικά

Το δενδροκομία είναι η μετάφραση του "tree farming" σε Ελληνικά.

tree farming noun

the tending of and caring for trees

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δενδροκομία

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tree farming " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tree farming" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη