Μετάφραση του "tremor" σε Ελληνικά

Οι σεισμός, ρίγος, τρέμω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tremor" σε Ελληνικά.

tremor verb noun γραμματική

A shake, quiver, or vibration. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σεισμός

    noun masculine

    earthquake

    I've been causing tremors for days and no sign of him.

    Προκαλώ σεισμούς εδώ και μέρες και κανένα σημάδι του.

  • ρίγος

    noun neuter

    shake, quiver, or vibration

    But you don' t wanna go through a cascade tremor, believe me

    Αλλά δεν θες να ξαναπεράσεις το διαδοχικό ρίγος, πίστεψε με

  • τρέμω

    verb

    to shake or quiver; to tremble

    Your eye is steady, but your left hand tremors.

    Το μάτι σου είναι σταθερό αλλά το αριστερό σου χέρι τρέμει.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ριγώ
    • τρεμούλα
    • τρέμουλο
    • τρόμος
    • τρεμούλιασμα
    • μικροσεισμός
    • σείομαι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tremor " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tremor" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη