Μετάφραση του "tribulate" σε Ελληνικά
Το θλίβω είναι η μετάφραση του "tribulate" σε Ελληνικά.
tribulate
verb
γραμματική
To greatly trouble; to cause tribulation [..]
-
θλίβω
verbAnd that is true of tribulation related to married life or to family life.
Το ίδιο ισχύει και για τις θλίψεις που σχετίζονται με την έγγαμη ή την οικογενειακή ζωή.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " tribulate " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "tribulate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δεινά
-
Μεγάλη Θλίψη
-
βάσανο · δοκιμασία · συμφορά · ταλαιπωρία
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη