Μετάφραση του "trickery" σε Ελληνικά

Οι απάτη, τέχνασμα, εξαπάτηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "trickery" σε Ελληνικά.

trickery noun γραμματική

The art of dressing up; artifice; stratagem; fraud; imposture. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απάτη

    noun feminine

    Solely due to his aptitude for trickery, he thinks he's smarter than us.

    Απλά και μόνο επειδή έχει ταλέντο στην απάτη, νομίζει πως είναι πιο έξυπνος.

  • τέχνασμα

    noun neuter

    I have been known in dire times of resorting to trickery.

    Σε χαλεπούς καιρούς, καταφεύγω στα τεχνάσματα.

  • εξαπάτηση

    noun feminine

    There are times when trickery is more powerful than force.

    Υπάρχουν φορές που η εξαπάτηση είναι πιο δυνατή από την δύναμη.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • δόλος
    • πανουργία
    • κατεργαριά
    • πουτανιά
    • αλχημείες
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " trickery " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "trickery" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη