Μετάφραση του "trigger" σε Ελληνικά

Οι σκανδάλη, πυροδοτώ, έναυσμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "trigger" σε Ελληνικά.

trigger verb noun γραμματική

A finger-operated lever used to fire a gun. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σκανδάλη

    noun feminine

    similar device used to activate any mechanism [..]

    Raise the gun and pull the trigger, Jack.

    Σήκωσε το όπλο και πάτα την σκανδάλη, Jack.

  • πυροδοτώ

    verb

    to initiate something [..]

    It's a trigger word for his aggressive cycle.

    Είναι μια λέξη που πυροδοτεί την κυκλοθυμική συμπεριφορά του.

  • έναυσμα

    The mechanism by which a system or application event triggers either an instant or an animated change in one or more properties.

    We believe your disappearance may be the trigger that finally gets them to rise up.

    Πιστεύουμε ότι η εξαφάνισή σου μπορεί να αποτελέσει το έναυσμα για να ξεσηκωθούν.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αφορμή
    • αντίδραση
    • ερέθισμα
    • ενεργοποιώ
    • εξιτάρω
    • ερεθίζω
    • γίνομαι αφορμή
    • ενεργοποιώ έναυσμα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " trigger " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "trigger"

Φράσεις παρόμοιες με "trigger" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "trigger" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη