Μετάφραση του "triggered" σε Ελληνικά
Το πυροδότησε είναι η μετάφραση του "triggered" σε Ελληνικά.
triggered
adjective
verb
Describing something that has a trigger, that reacts to some specific condition. [..]
-
πυροδότησε
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " triggered " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "triggered" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
προειδοποιητική ένδειξη προσβλητικού περιεχομένου
-
λειτουργία τύπου σκανδαλισμού
-
συμβάν εναύσματος
-
έναυσμα κίνησης
-
προκλητικός
-
σκανδαλισμός αιχμών
-
ενεργοποίηση σκανδαλισμού
-
διάστημα εναύσματος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη