Μετάφραση του "triplicate" σε Ελληνικά

Το τριπλασιάζω είναι η μετάφραση του "triplicate" σε Ελληνικά.

triplicate adjective verb noun γραμματική

Made thrice as much; threefold; tripled. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τριπλασιάζω

    One move and my device'll triplicate the flammability of this alcohol.

    Μια κίνηση και η συσκευή μου θα τριπλασιάσει την ευφλεκτότητα του αλκοόλ.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " triplicate " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "triplicate" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη