Μετάφραση του "trot" σε Ελληνικά

Οι τροχασμός, καλπασμός, τροχάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "trot" σε Ελληνικά.

trot verb noun γραμματική

A gait of horses between walk and canter, a diagonal gait, i.e., in which diagonal pairs of legs move together. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τροχασμός

    noun

    Passage: The horse executes a slow trot while raising its hooves high above the ground, thereby giving the impression of dancing.

    Passage (υπερήφανος τροχασμός): Το άλογο εκτελεί αργό τροχάδην σηκώνοντας τις οπλές του ψηλά πάνω από το έδαφος, δίνοντας έτσι την εντύπωση ότι χορεύει.

  • καλπασμός

    noun

    And now, when it's trotting.

    Και τώρα, ο καλπασμός.

  • τροχάζω

    verb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ήχος τροχασμού αλόγου
    • αναγκάζω άλογο να κάνει τροχασμό
    • γοργό βήμα
    • διποδίζω
    • διποδισμός
    • ελαφρό τρέξιμο
    • σπεύδω
    • τρέχω με μικρά γοργά βήματα
    • τριποδίζω
    • καλπάζω
    • τριποδισμός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " trot " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Trot noun γραμματική

Trotskyist [..]

+ Προσθήκη

"Trot" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Trot στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "trot"

Φράσεις παρόμοιες με "trot" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "trot" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη