Μετάφραση του "troublemaking" σε Ελληνικά
Το αταξίες, επεισόδια, φασαρίες είναι η μετάφραση του "troublemaking" σε Ελληνικά.
troublemaking
adjective
noun
γραμματική
Causing trouble; acting in a disruptive way [..]
-
αταξίες, επεισόδια, φασαρίες
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " troublemaking " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "troublemaking" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ζιζάνιο · προβοκάτορας · ταραχοποιό στοιχείο · ταραχοποιός
-
ζιζάνιο · προβοκάτορας · ταραχοποιό στοιχείο · ταραχοποιός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη