Μετάφραση του "trouncing" σε Ελληνικά

Οι κατατρόπωση, νίλα, ξυλοδαρμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "trouncing" σε Ελληνικά.

trouncing noun verb γραμματική

Present participle of trounce. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κατατρόπωση

    noun
  • νίλα

    noun
  • ξυλοδαρμός

    noun
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ξυλοκόπημα
    • ξυλοφόρτωμα
    • πανωλεθρία
    • φιάσκο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " trouncing " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "trouncing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αλλάζω τα φώτα σε κπ · βάζω τις φωνές · βγάζω νοκ άουτ · δέρνω · επιπλήττω · θέτω εκτός μάχης · θέτω εκτός παιχνιδιού · καταστρέφω ολοκληρωτικά · κατατροπώνω · κατσαδιάζω · λιανίζω · μαλώνω · ξυλοφορτώνω · υπερφαλαγγίζω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "trouncing" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη