Μετάφραση του "true" σε Ελληνικά

Οι αληθινός, πιστός, αληθής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "true" σε Ελληνικά.

true adjective verb adverb noun γραμματική

Legitimate. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αληθινός

    adjective masculine

    Legitimate [..]

    I don't know. he's too good to be true.

    Δεν ξέρω.Είναι τόσο καλός γιά να είναι αληθινός.

  • πιστός

    adjective masculine

    Loyal, faithful

    We must remain true to her until the spell is broken.

    Πρέπει να παραμείνουμε πιστοί μέχρι να λυθούν τα ξόρκια.

  • αληθής

    adjective masculine, feminine

    A state in Boolean logic that indicates an affirmative or positive result

    Just start Googling and see if there is any hope out there that might also be true.

    Αρχίστε να γκουγκλάρετε και δείτε αν υπάρχει κάποια ελπίδα εκεί έξω που να είναι αληθής.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αυθεντικός
    • νόμιμος
    • αληθεύει
    • αλήθεια
    • ακέραιος
    • ακριβής
    • αγαθός
    • γνήσιος
    • βέρος
    • πραγματικός
    • σωστός
    • ουσιαστικός
    • οι πιστοί
    • πιστή
    • true
    • ορθός
    • αξιόπιστος
    • δίκαιος
    • έμπιστος
    • άδολος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " true " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

True

True (Mika Nakashima album)

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αληθής, πραγματικός

TRUE adjective γραμματική

one of two states of a Boolean variable; logic 1.

+ Προσθήκη

"TRUE" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το TRUE στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "true"

Φράσεις παρόμοιες με "true" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • γεγονός
  • γένος πεύκων
  • αληθεύω · βγαίνω αληθινός · γίνομαι πραγματικότητα · εκπληρώνομαι · επαληθεύομαι
  • μανιτάρι
  • αληθεύει (ότι); · είναι αλήθεια (ότι); · ισχύει πράγματι (το λεγόμενο ότι);
  • πραγματικό περιστατικό · συνέβη
  • αληθής διόπτευση
  • Αληθινό γεωγραφικό μήκος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "true" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη