Μετάφραση του "trust" σε Ελληνικά
Οι εμπιστοσύνη, εμπιστεύομαι, πίστη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "trust" σε Ελληνικά.
trust
adjective
verb
noun
γραμματική
Confidence in or reliance on some person or quality. [..]
-
εμπιστοσύνη
noun feminineconfidence in or reliance on some person or quality [..]
See, my main concern would be one of trust.
Δείτε, το κύριο μέλημά μου θα είναι ένας από τους εμπιστοσύνη.
-
εμπιστεύομαι
verbTo place confidence in
I don't trust Tom.
Δεν εμπιστεύομαι τον Τομ.
-
πίστη
noun femininedependence upon something in the future; hope
I hope you will be faithful and true to every trust.
Ελπίζω ότι θα είσαι γεμάτη πίστη και ειλικρινής – άξια κάθε εμπιστοσύνης.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- πιστεύω
- καταπίστευμα
- πίστωση
- σύμπραξη
- τραστ
- επαφίεμαι
- Τραστ
- αξιοπιστία
- καταπιστευτικός
- διαπίστευμα
- τράστ
- αποστολή
- έχω εμπιστοσύνη σε
- κεφάλαια διαχείρισης
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " trust " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Trust
-
Εμπιστοσύνη, τραστ
Εικόνες με "trust"
Φράσεις παρόμοιες με "trust" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
σε καταπίστευμα · ως αρραβών · ως καταπίστευμα
-
αλυσίδα αξιοπιστίας
-
εμπιστοσύνη
-
αναβαθμισμένη αξιοπιστία
-
εμπιστεύομαι
-
Έμπιστος τρίτος
-
Γραμμή αξιοπιστίας
-
Εμπιστευμένος τρίτος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη